• Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί. Γιώργος Σεφέρης
• Βίγλα αψηλή στα φρένα μας η μνήμη. Νίκος Καζαντζάκης
• Η μνήμη είναι περίπλοκο πράγμα, συγγενής της αλήθειας, αλλά όχι δίδυμός της. Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ, συγγραφέας.
Πολύς λόγος έγινε και διαρκώς γίνεται, για το ενίοτε «εύπλαστο ή εκρηκτικό υλικό» που ονομάζεται μνήμη. Με αφορμή, εξάλλου και τους διαλόγους ή τους αφορισμούς που δημιούργησε το βιβλίο Ιστορίας της Στ’Δημοτικού, το υπαρξιακό φορτίο της λέξης, απελευθέρωσε την ένταση που κρύβει αυτή η ανθρώπινη λειτουργία.
Δύσκολη λέξη. Ο καθένας μπορεί να την επικαλεστεί, αισθανόμενος πως έχει δίκιο. Και βέβαια, ποικίλει και το εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η μνήμη ανακαλείται, καθορίζεται ή βοηθάει το παρόν και προωθεί το μέλλον μας.
Άλλωστε η ύπαρξη ή όχι αντικειμενικής ιστορικής αλήθειας και μνήμης, αποτελεί για αιώνες αντικείμενο φιλοσοφικής μελέτης και διαμάχης.
Αισθάνομαι, ότι οι τρείς παραπάνω φράσεις, είναι ο καλύτερος πρόλογος για το παρόν άρθρο. Η μνήμη σίγουρα πονεί. Η… ίδια καθώς είναι ευάλωτη σε κάθε είδους ερμηνείες ή παραβιάσεις. Αλλά, πονά και μας. Μας αγγίζει συναισθηματικά, θα΄λεγα καλύτερα, είτε για χαρά είναι, είτε για λύπη. Αγαπάμε τις αναμνήσεις μας, το προσωπικό ή συλλογικό μας ημερολόγιο προσώπων, στιγμών και βιωμάτων.
Είναι όμως και φρουρός ψηλός και ακοίμητος στην λογική μας, στην πνευματική και συναισθηματική μας ισορροπία. Είναι το μέτρο της ανθρώπινης ψυχής και του υπαρξιακού αγώνα μας.
Συγγενεύει με την αλήθεια, αλλά δεν είναι δίδυμός της. Το ανθρώπινο συναίσθημα, το βίωμα και η νόηση είναι προσωπικοί και μοναδικοί δρόμοι που μας οδηγούν κοντά της.
Η συναισθηματική νοηματοδότηση ενός «αντικειμενικού γεγονότος» δημιουργεί την συγγένεια με το γεγονός και την ξεχωριστή αλήθεια του. Έτσι ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου σε μια οικογένεια – γεγονός αντικειμενικό - αποτελεί χνάρι συλλογικής μνήμης στην κουλτούρα του οικογενειακού συστήματος, με διαφορετικές συναισθηματικές νοηματοδοτήσεις από τα μέλη του. Ένα μέλος της οικογένειας μπορεί να κατατρέχεται από την μνήμη του γεγονότος αυτού και ένα άλλο να το θεωρεί μνήμη συναισθηματικής απελευθέρωσης και εξέλιξης.
Στο πολιτικό-ιδεολογικό πεδίο τα φαινόμενα γίνονται πιο περίπλοκα. Σαφώς καθοριστικό ρόλο παίζει το ερώτημα : «ποια μνήμη και από ποιόν?». Ιδιαίτερα σε μια εποχή μεταβατική, με «στρογγυλεμένα» νοήματα και ιδεολογίες, η προσέγγιση της μνήμης και της πληροφορίας, αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα. Το σίγουρο είναι πως η μνήμη είτε για το λαό είτε για τις κυριαρχικές ελίτ, αποτελεί απαραίτητο νόημα και μηχανισμό. Για τον πρώτο, αποτελεί τρόπο άμυνας ενάντια στην εξουσία, ενώ για τις δεύτερες αποτελεί μηχανισμό εξουσίας, είτε με την παραχάραξή της είτε με την αναπαραγωγή εκείνης της μνήμης που δεν έρχεται σε αντίθεση με την συντήρηση των κοινωνικών σχέσεων του νέο-φιλελευθερισμού. Επιλέγοντας, λοιπόν, να μνημονεύσω τον Μάο, που έλεγε: «για να ανατραπεί η πολιτική εξουσία είναι πάντοτε απαραίτητο – τόσο για τις επαναστατικές όσο και για τις αντεπαναστατικές τάξεις – να κατακτηθεί ο έλεγχος της υπερδομής, της ιδεολογίας και να προετοιμαστεί η κοινή γνώμη», ενισχύουμε την θεώρηση πως η σχέση με την μνήμη και την πληροφορία δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, κοινή και καλή για όλες τις τάξεις.
Η ανθρώπινη επιλογή, αναδεικνύεται σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης. Επιλογή που επηρεάζεται από βιώματα, λογική επεξεργασία, αλλά και ταξικούς παράγοντες.
Δεν είναι τυχαίο, πώς το πρόσφατο «κατασκεύασμα» του βιβλίου της Ιστορίας, αποτέλεσε ένα ιδεολογικό όχημα τόσο αποσιώπησης πληροφορίας όσο και επιλεκτικής μνήμης. Και έθεσε με σαφή τρόπο τα νέα όρια της λογοκρισίας στην μετα-μοντέρνα εποχή. Μια λογοκρισία που «είναι δραστηριότητα, μια εργασία. Πρόκειται για την παραχάραξη της ιστορικής εμπειρίας, την παραγωγή υποκατάστατων αναμνήσεων, τη δόλια κωδικοποίηση….Η λογοκρισία είναι τελικά παραγωγή γνώσης» (Renato Curcio-Alberto Franceschini, «Σταγόνες ήλιου στην στοιχειωμένη πόλη», Ιταλία 1982). Είναι η παραγωγή μιας γνώσης της εξουσίας, που πήρε την θέση της παλιάς λογοκρισίας των διώξεων και των απαγορεύσεων, ώστε να «μην μαθευτούν» οι αγώνες και η αντίσταση των πληβειακών στρωμάτων της κοινωνίας.
Με την οπτική αυτή, η «συλλογική μνήμη» των σοσιαλκαπιταλιστικών ελίτ, επιδιώκει την μνήμη του υπάρχοντος μοντέλου παραγωγής και ανάπτυξης και όχι την υπέρβασή του. Από την μεγάλη δεξαμενή των αναμνήσεων, επιλέγει αυτές που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις της. Μνημονεύει επιλεκτικά, ότι εκπαιδεύει τον πολίτη στην αναπαραγωγή της κεφαλαιοκρατικής Νέας Τάξης και του ισοπεδωτικού πολιτισμικού μοντέλου, που ευαγγελίζεται.
Παράλληλα, με την συγκεκριμένη μέθοδο κυριαρχίας, συνυπάρχει και η αέναη προσήλωση στο παρόν σαν μοναδική δυνατότητα μελλοντικής προοπτικής. Το γεγονός αυτό, σχετίζεται με την ευρύτερη δημαγωγική λειτουργία των Μ.Μ.Ε και της εικόνας. Παράγοντες που η εκάστοτε κυβέρνηση χρησιμοποιεί για να ανασκευάζει την μνήμη και να δημιουργεί συνθήκες αποδοχής και ανοχής σε κάθε παρανομία της. Το κράτος και τα Media, εργολαβικά, σφετερίζονται την μνήμη. Αγωνίζονται ενάντια σε κάθε γνήσιο ίχνος του πρόσφατου παρελθόντος, ελπίζοντας ότι η απουσία συγκρίσεων, θα επιβάλλει το σήμερα. Η ελιτίστικη και κυριαρχική δημοσιογραφία ουδέποτε υπήρξε τυφλή. Αντίθετα, ενίοτε αλληθώριζε ή ήταν μισότυφλη. Και για να μπορεί να διακρίνει καλύτερα, δανειζόταν πότε τα ματογυάλια της κρατικής ή κάθε εξουσίας, πότε την προστασία του κεφαλαίου και πότε τον παραμορφωτικό καθρέπτη της χειραγωγημένης «εκ των άνω» κοινής γνώμης.
Το θέαμα, η εικόνα, οι συναλλαγές των κυβερνήσεων με τις κυριαρχικές ελίτ, οι «μικρο-πολιτικάντηδες δημοσιογράφοι», οι «εκδιδόμενοι διανοούμενοι», δημιουργούν και αναπαράγουν ένα συνεχές παρόν, όπου η επανάληψη ευρηματικών ιδεολογικών «κατασκευών» στο σήμερα, εξαφανίζει κάθε μνήμη. Έτσι, ώστε κάθε γεγονός ή παρανομία, να μην μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα από τις αιτίες και την ιστορία του. Σ’αυτές τις συνθήκες, οποιοδήποτε ψέμα μπορεί να γίνει πραγματικότητα, οποιαδήποτε αναφορά στο παρελθόν συκοφαντία. Επιπλέον, το παρελθόν και η δημόσια εικόνα προσώπων ή γεγονότων, μπορεί να ανασκευαστούν αλαζονικά και απροκάλυπτα και όποιες αλήθειες ή αποκαλύψεις έρχονται στην επιφάνεια, απονευρώνονται ή απαξιώνονται, με τις κατηγορίες της «παραπληροφόρησης», της συκοφαντίας ή της προσωπικής διαμάχης.
Η ανοχή, που δείχνει το κράτος και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας στην δυναμική αυτή, δεν είναι άσχετη με το κοινωνικοπολιτικό μοντέλο ανάπτυξής της. Δεν είναι άσχετο με την «κρίση μετάβασης» της ελληνικής κοινωνίας και την απαξίωση και εμπορευματοποίηση αρχών και αξιών. Επίσης, συνδέεται, στενά, με τις ευρύτερες λειτουργίες και ιδεολογικούς μηχανισμούς του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που προβάλλει την πολιτική και πολιτιστική ομοιογένεια, στοχεύοντας στην δημιουργία εύπλαστης και χειραγωγημένης «κοινωνίας πολιτών», χωρίς μνήμη.
Στα πλαίσια αυτά, η αντίληψη και μορφοποίηση ενός υποκειμένου ανταγωνιστικού και εναλλακτικού προς τον νέο-φιλελευθερισμό (δεξιό ή αριστερίζοντα), είναι παρούσα και ζητά την δική του …συγγένεια με μνήμες, τόσο του τόπου, όσο και της οικουμένης. Το ρεύμα αυτό είναι ωφέλιμο να βρίσκεται σε κίνηση, επιζητώντας από το παρελθόν βιώματα που χρησιμεύουν στα κοινωνικά υποκείμενα, που πλήττονται από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, ως οράματα αλλαγής και όχι μόνο ως άμυνα. Είναι φανερό πως το πρόταγμα είναι η σύνθεση και όχι η περιχαράκωση και η οπισθοδρόμηση.
Υπό το πρίσμα αυτό, η μνήμη αυτή, είναι σύνθετη και πολυεπίπεδη. Με ρήξεις και αντιθέσεις. Μνημονεύει για να μετασχηματίζει και όχι να συντηρεί. Είναι μια μνήμη, «πολιτική», κοινωνική, εθνική, ταξική, κ.ο.κ. που επιζητεί ένα συνθετικό όραμα και πράξη. Μπορεί να είναι μνήμη εθνικοαπελευθερωτική, μαρξιστική, , αναρχική, ελευθεριακή, κινηματική, αμεσοδημοκρατική, πρωτοποριακών ρευμάτων έκφρασης, κ.ο.κ. Δεν αγνοεί τις διαφορετικές πλευρές μορφωμάτων που προέκυψαν από αγώνες των λαών για ανεξαρτησία, εξισωτισμό και κοινωνική απελευθέρωση. Αποφεύγει τους αφορισμούς, την σιωπή, τις «κατασκευές».
Είναι η κοινωνική μνήμη που εμπεριέχει την αυτοδιοίκηση της αρχαίας άμεσης δημοκρατίας, αλλά και τα «Ελευθεριακά Αθήναια» των Ισπανών αναρχικών του ’36 και τις «αυτόνομες κοινότητες» του ελληνικού χώρου. Τους συνεταιρισμούς στα Αμπελάκια και τον Βελβεντό και τις ομοσπονδιακές κολεκτίβες. Μνημονεύει τον Σικελιανό, τον Σεφέρη, τον Κόντογλου και τον Αναγνωστάκη, αλλά και τους Ντανταιστές, την Ρώσικη Πρωτοπορία ή τον…Μπουνιουέλ. Ακούει παραδοσιακή μουσική των λαών, αλλά αφουγκράζεται και πρωτοποριακά μουσικά ρεύματα της κάθε εποχής. Εμπνέεται από το ΄21, τους Κρητικούς αγώνες για την ελευθερία, τον Ρήγα Φεραίο και τους Επτανήσιους Ριζοσπάστες, αλλά και από την Κομμούνα του Παρισιού και την Σοβιετική επανάσταση. Από την ανθρώπινη διάσταση του «ελληνικού χωριού και της γειτονιάς», μέχρι την Διεθνική ριζοσπαστική Οικολογία. Όχι μόνο από τους 300 Σπαρτιάτες, αλλά και από τους «αυτόνομους» Θεσπιείς, τον Βελουχιώτη, τον Ντουρούτι και τον Γκεβάρα. Ψάχνει νέους δρόμους για μια ολιστική απελευθερωτική διάσταση της επιστήμης και της ψυχολογίας, συναντώντας τον πνευματισμό του μοναχισμού της Ορθοδοξίας και την εναλλακτική «σοφία» των ανατολικών θρησκειών. Συνδέει τους κοινωνικούς αγώνες για ελευθεροτυπία και ατομικά δικαιώματα με την ανατρεπτική χρήση της τεχνολογίας και τις ήπιες μορφές ενέργειας. Οι αναφορές ανεξάντλητες, οι προκλήσεις για συνθέσεις και προχώρημα και όχι προγονοπληξία, άλλες τόσες.
Συγγένεια, σημαίνει δεσμός. Βίωμα και συναίσθημα. Δεσμός σημαίνει ταυτόχρονα, σχέση συντροφικότητας, αλλά και δεσμά. Η συγγένεια με την συγκεκριμένη κοινωνική μνήμη, περνά από τους ίδιους δρόμους. Ανάγκη για παράδειγμα και συνέχεια, αλλά απόσταση από την περιχαράκωση και τους αφορισμούς. Ανάγκη σχέσης – με ότι αυτό συνεπάγεται – με ένα «επαναστατικό» παρελθόν, με μια «μνήμη για το μέλλον».
ΚΑΠΟΤΕ ΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ ΦΤΙΑΧΝΟΝΤΑΝ ΜΕ ΠΕΤΡΕΣ...
ΤΩΡΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΞΙΕΣ, ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ, Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ, Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, Η ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗ, Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ, O ΠΟΛΥΜΟΡΦΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ...!!!
Η ...ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
Ο βυθός της λίμνης του...εκσυγχρονισμού
Άφήστε τα δέντρα, φτιάξτε φράγματα!!!
Το Φαραωνικό φράγμα του Αχελώου!
Οι πληγές της Φύσης...
Κόψτε το δέντρο, εμποδίζει την θέα.
"Θα γίνουμε όπως η Λίμνη Πλαστήρα", μου είπαν οι κάτοικοι!!!
4 Ιαν 2008
16 Νοε 2007
ΠΕΡΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ...
«…Λέω, δεν μπορεί όλο το κόμμα να κάνει λάθος, εγώ είμαι που δεν καταλαβαίνω τις αναγκαιότητες της κοινωνικής εξέλιξης. …Μη σ’τα πολυλογώ λοιπόν, το’ραψα, ξαναμελέτησα τις θέσεις και τις ανάλυσα στην οργάνωσή μου. Ξέρεις, πάλι κεντρικό πρόβλημα η ανάπτυξη, η ανάπτυξη, και γώ μιλούσα και σκεφτόμουνα, τι είναι αυτή η ανάπτυξη και γιατί να μ’ενδιαφέρει εμένα που κάνω δίαιτα για να μην παχύνω, που δεν βρίσκω καθαρή θάλασσα να κολυμπήσω, που εισπνέω μολυσμένο αέρα…Και όλα αυτά, τέλος πάντων, τα γνωστά και γω να φτιάχνω πλαστικά λουλούδια, αφού η ανάπτυξη σκότωσε τα πραγματικά και ο άλλος γι αυτή την ανάπτυξη να θάβει τα προϊόντα της γης του και τα ρέστα. …Ίσως επηρεασμένος απ’αυτές τις σκέψεις και ενώ από βραδύς ετοίμασα την ομιλία μου για το συνέδριο, χωρίς να τολμώ και να τις αναφέρω βέβαια, έπεσα για ύπνο και είδα ένα παράξενο όνειρο…Ότι τάχα λύσαμε διαπαντός το πρόβλημα της ανάπτυξης, ότι είχαμε φτάσει στο ύψιστο επίπεδο της παραγωγικής διαδικασίας, φτάσαμε δηλαδή στο σημείο της ολικής ανακύκλωσης, χέζαμε και τρώγαμε τα σκατά μας και πάλι απ’την αρχή. Όλη η φύση και όλα τα πράγματα γύρω μας ήταν φτιαγμένα από σκατά : σπίτια, έπιπλα, παράσημα …Ναι, είχαμε και τέτοια. Όποιος, να πούμε, έχεζε πιο πολύ, θεωρούνταν ευεργέτης, γιατί, όπως σου είπα, τα σκατά δεν ήταν μόνο τροφή, αλλά και το μοναδικό υλικό που υπήρχε στον πλανήτη μας, απ’αυτό κατασκευάζαμε τα πάντα. Έτσι, τα χάριζε στην κοινωνία που τα χρησιμοποιούσε για το κοινωνικό σύνολο. Μόνο στην θάλασσα, που ήταν επίσης από σκατά και στα ποτάμια, φύτρωναν ακόμα κάτι παράξενα φρούτα, μακριά και κίτρινα, σαν τις τορπίλες του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, που τα έτρωγαν όμως μόνο οι πλούσιοι, αυτοί δηλαδή που έκαναν τα περισσότερα σκατά, κι έτσι το ταξικό σύστημα της κοινωνίας διαιωνιζόταν και παντού κώλοι, κώλοι τεράστιοι, στις αφίσες, στην τηλεόραση, παντού σου λέω – δεν έβλεπες ανθρώπινο πρόσωπο.»
Απόσπασμα απο το βιβλίο του Χρόνη Μίσιου : «Χαμογέλα, ρε…τι σου ζητάνε;»
Αθήνα 1988.
Απόσπασμα απο το βιβλίο του Χρόνη Μίσιου : «Χαμογέλα, ρε…τι σου ζητάνε;»
Αθήνα 1988.
13 Νοε 2007
Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ, ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
Την Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής, ένα άρθρο που αφορούσε στην πύρινη καταστροφή που έπληξε την Δυτ. Πελοπόννησο. Το θέμα αποτελούσε, μια εξαίρεση στην συνολική καταστροφή, καθώς αναφερόταν στην διάσωση του χωριού Κεφαλά, που βρίσκεται στους πρόποδες του Πάρνωνα, 15 λεπτά δρόμο από την Σπάρτη. Το χωριό έσωσε, στην κυριολεξία, μια ομάδα νέων του τόπου, που, όπως αναφερόταν στο άρθρο : «…μια προηγούμενη πυρκαγιά τους είχε δώσει το μάθημα. Έτσι, οι νέοι του χωριού αντιμετώπισαν την φετινή καταστροφή με αντιπυρικές ζώνες και τα τρακτέρ τους, τα οποία μετέτρεψαν σε πυροσβεστικά οχήματα». Η πράξη αυτή ενίσχυσε την «άμυνα» του χωριού με 30 μηχανήματα πυρόσβεσης. Και όπως, χαρακτηριστικά, τόνισε ένας από ντόπιους : « …και έχουμε 30 τέτοια. Ε, ποια φωτιά να φοβηθούμε;»
Για την ιστορία, να προσθέσουμε, ότι η δραστήρια αυτή παρέα, δημιούργησε μια ανώνυμη εταιρεία με πολλούς συμμετέχοντες, στο πλαίσιο της μιας πρότυπης μονάδας βιολογικής καλλιέργειας για προϊόντα ελιάς. Την αποκαλούν απλά «ομάδα».
Η επιτυχία της εταιρείας αποτελεί κίνητρο παραμονής στον τόπο τους.
Σε σχέση με τις γύρω εστίες, η «ομάδα» συνέχιζε να βοηθάει και τις επόμενες μέρες : «…Από αυτό το δάσος αναπνέουμε και μείς. Εκεί πρέπει να στρέψουμε την προσοχή και την φροντίδα μας τώρα.». Επιπλέον, οι κάτοικοι ανέφεραν το ευτυχές γεγονός της …ανυπακοής στις προτροπές των αξιωματικών στρατού και αστυνομίας για εκκένωση του χωριού: «ευτυχώς κανείς δεν τους άκουσε κι έτσι σωθήκαμε». Και το άρθρο κλείνει με τα λόγια ηλικιωμένων ανθρώπων του χωριού που τρόμαξαν όταν ήρθαν αυτοκίνητα της αστυνομίας να τους πάρουν: «Δεν κάναμε τίποτα. Γιατί να μας συλλάβουν;».
Απομονώνοντας και διαβάζοντας αποκλειστικά τις φράσεις – κλειδιά(έντονα γράμματα) από τις αφηγήσεις των ανθρώπων, είναι εκπληκτικό πως απλώνεται μπροστά σου όλη η σοφία και η δύναμη της αυτόνομης κοινότητας: η εμπειρία της προηγούμενης καταστροφής που έγινε πείρα και εφευρετικότητα. Η «ανάγνωση» της φύσης οδήγησε στην αυτενέργεια και από εκεί ξεπήδησε η αυτοπεποίθηση της ομάδας στις δυνάμεις της, που έδωσε ασφάλεια στην κοινότητα μέσα από την αυτοάμυνα. Η αλληλεγγύη που πήγασε από την ανάγκη ζωής και γειτονίας οδήγησε και στην βοήθεια για κατάσβεση εστιών φωτιάς σε κοντινούς οικισμούς και στο δάσος. Με την ίδια πάντα φροντίδα. Και την σωστή απόφαση της παραμονής στο χωριό για την διάσωσή του, καθόρισε η αυτοδιεύθυνση και αυτοδιαχείριση της κρίσης. «Άκουσαν» και «διάβασαν» σωστά στις συνθήκες γιατί γνωρίζουν τον τόπο τους και τις ιδιομορφίες, γιατί ζουν σε αρμονική συμβίωση μαζί του και γνωρίζουν τον τρόπο λήψης απόφασης, που απορρίπτει τον ετεροπροσδιορισμό τους μέλλοντός τους από κάποιους αξιωματούχους που είναι άσχετοι με την ροή του τόπου και της ανάγκες της συμβίωσης των κατοίκων. Διαμορφώνεται, κατά αυτό τον τρόπο μια αυτονόητη οικολογική οπτική διαχείρισης, με όλη την ουσία του όρου (οικολογία : Λόγος περί του Οίκου). Και είναι υπέροχο, πόσο αυθόρμητα, απλά και σοφά οι γέροντες, αποκάλυψαν την «αλήθεια» της κοινότητας: είναι αυτονόητο να μένεις και να σώζεις τον τόπο σου.
Αισθάνομαι ότι η μικρή αυτή ιστορία, ήρθε να επιβεβαιώσει από μια καταφατική πλευρά, το γεγονός πως την καταστροφή της Πελοποννήσου προξένησαν, σε άψογη διαπλοκή και διασύνδεση, οικονομικοί και πολιτισμικοί λόγοι. Η καταστροφή και η εξαφάνιση του παραπάνω τρόπου ζωής, βαθιά ριζωμένου στην πολιτισμική μας ταυτότητα, αποτελεί την κατάλληλη βάση για τον «κατασκευαστικό εκσυγχρονισμό» της περιοχής. Όταν εξαλειφθούν ή απονευρωθούν οι δεσμοί αυτοί που ορίζουν την κοινότητα τόσο ως πολιτισμικό βίωμα όσο και ως κοινωνικοοικονομική δομή, αφενός αποδυναμώνεται η πίστη στον μέσο άνθρωπο, πως μπορεί να αυτοδιοικείται και αφετέρου μειώνονται οι τελευταίες αντιστάσεις σε μια ολοκληρωτική κυριαρχία του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου.
Η κοινότητα σαν τρόπος αυτονομίας και αυτοδιεύθυνσης είναι σύμφυτη με τις ρίζες μας και θα μπορούσε να είναι η βάση για ένα εναλλακτικό μοντέλο συνολικής ανάπτυξης και παραγωγής, που λαμβάνει υπόψην τις νέες εξελίξεις και τεχνολογίες (προκειμένου να μην εκπέσει σε επιστροφή στο παρελθόν), αλλά έρχεται σαφώς σε αντιδιαστολή και αντίσταση με την παγκοσμιοποίηση.
Μια εναλλακτική πρόταση για ένα μοντέλο παραγωγής και ανάπτυξης που επανέρχεται στα «μέτρα» του ανθρώπου και της φύσης, που επαναφέρει τις συλλογικότητες και την άμεση δημοκρατία, που αναδεικνύει την περιφέρεια σε σχέση με το κέντρο και δίνει μια σύγχρονη μορφή του «εθνικού συμφέροντος» και της ανεξαρτησίας μέσα από την αυτοδιαχείριση της κρίσης και την αυτονομία παραγωγής και υποκειμένων, αποτελεί αυτή την στιγμή ζωτική ανάγκη.
Ας ορίσουμε το μέλλον, ορίζοντας ξανά τα αυτονόητα και εμπνεόμενοι από την συλλογική εμπειρία και μνήμη, αλλά και την παγκόσμια ιστορία. Μόνο τότε μπορεί να αναδυθεί το νέο και το εναλλακτικό, μόνο τότε ιστορίες σαν κι αυτή δεν θα γίνονται «θέμα» σε περιοδικά είτε σαν ηρωικές πράξεις, είτε σαν ηρωικές εξαιρέσεις αυτοοργάνωσης σε ένα κράτος που παραμένει συγκεντρωτικό, αυταρχικό και κοινωνικά άδικο. Μόνο τότε ιστορίες σαν και αυτή, θα είναι …αυτονόητες.
Για την ιστορία, να προσθέσουμε, ότι η δραστήρια αυτή παρέα, δημιούργησε μια ανώνυμη εταιρεία με πολλούς συμμετέχοντες, στο πλαίσιο της μιας πρότυπης μονάδας βιολογικής καλλιέργειας για προϊόντα ελιάς. Την αποκαλούν απλά «ομάδα».
Η επιτυχία της εταιρείας αποτελεί κίνητρο παραμονής στον τόπο τους.
Σε σχέση με τις γύρω εστίες, η «ομάδα» συνέχιζε να βοηθάει και τις επόμενες μέρες : «…Από αυτό το δάσος αναπνέουμε και μείς. Εκεί πρέπει να στρέψουμε την προσοχή και την φροντίδα μας τώρα.». Επιπλέον, οι κάτοικοι ανέφεραν το ευτυχές γεγονός της …ανυπακοής στις προτροπές των αξιωματικών στρατού και αστυνομίας για εκκένωση του χωριού: «ευτυχώς κανείς δεν τους άκουσε κι έτσι σωθήκαμε». Και το άρθρο κλείνει με τα λόγια ηλικιωμένων ανθρώπων του χωριού που τρόμαξαν όταν ήρθαν αυτοκίνητα της αστυνομίας να τους πάρουν: «Δεν κάναμε τίποτα. Γιατί να μας συλλάβουν;».
Απομονώνοντας και διαβάζοντας αποκλειστικά τις φράσεις – κλειδιά(έντονα γράμματα) από τις αφηγήσεις των ανθρώπων, είναι εκπληκτικό πως απλώνεται μπροστά σου όλη η σοφία και η δύναμη της αυτόνομης κοινότητας: η εμπειρία της προηγούμενης καταστροφής που έγινε πείρα και εφευρετικότητα. Η «ανάγνωση» της φύσης οδήγησε στην αυτενέργεια και από εκεί ξεπήδησε η αυτοπεποίθηση της ομάδας στις δυνάμεις της, που έδωσε ασφάλεια στην κοινότητα μέσα από την αυτοάμυνα. Η αλληλεγγύη που πήγασε από την ανάγκη ζωής και γειτονίας οδήγησε και στην βοήθεια για κατάσβεση εστιών φωτιάς σε κοντινούς οικισμούς και στο δάσος. Με την ίδια πάντα φροντίδα. Και την σωστή απόφαση της παραμονής στο χωριό για την διάσωσή του, καθόρισε η αυτοδιεύθυνση και αυτοδιαχείριση της κρίσης. «Άκουσαν» και «διάβασαν» σωστά στις συνθήκες γιατί γνωρίζουν τον τόπο τους και τις ιδιομορφίες, γιατί ζουν σε αρμονική συμβίωση μαζί του και γνωρίζουν τον τρόπο λήψης απόφασης, που απορρίπτει τον ετεροπροσδιορισμό τους μέλλοντός τους από κάποιους αξιωματούχους που είναι άσχετοι με την ροή του τόπου και της ανάγκες της συμβίωσης των κατοίκων. Διαμορφώνεται, κατά αυτό τον τρόπο μια αυτονόητη οικολογική οπτική διαχείρισης, με όλη την ουσία του όρου (οικολογία : Λόγος περί του Οίκου). Και είναι υπέροχο, πόσο αυθόρμητα, απλά και σοφά οι γέροντες, αποκάλυψαν την «αλήθεια» της κοινότητας: είναι αυτονόητο να μένεις και να σώζεις τον τόπο σου.
Αισθάνομαι ότι η μικρή αυτή ιστορία, ήρθε να επιβεβαιώσει από μια καταφατική πλευρά, το γεγονός πως την καταστροφή της Πελοποννήσου προξένησαν, σε άψογη διαπλοκή και διασύνδεση, οικονομικοί και πολιτισμικοί λόγοι. Η καταστροφή και η εξαφάνιση του παραπάνω τρόπου ζωής, βαθιά ριζωμένου στην πολιτισμική μας ταυτότητα, αποτελεί την κατάλληλη βάση για τον «κατασκευαστικό εκσυγχρονισμό» της περιοχής. Όταν εξαλειφθούν ή απονευρωθούν οι δεσμοί αυτοί που ορίζουν την κοινότητα τόσο ως πολιτισμικό βίωμα όσο και ως κοινωνικοοικονομική δομή, αφενός αποδυναμώνεται η πίστη στον μέσο άνθρωπο, πως μπορεί να αυτοδιοικείται και αφετέρου μειώνονται οι τελευταίες αντιστάσεις σε μια ολοκληρωτική κυριαρχία του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου.
Η κοινότητα σαν τρόπος αυτονομίας και αυτοδιεύθυνσης είναι σύμφυτη με τις ρίζες μας και θα μπορούσε να είναι η βάση για ένα εναλλακτικό μοντέλο συνολικής ανάπτυξης και παραγωγής, που λαμβάνει υπόψην τις νέες εξελίξεις και τεχνολογίες (προκειμένου να μην εκπέσει σε επιστροφή στο παρελθόν), αλλά έρχεται σαφώς σε αντιδιαστολή και αντίσταση με την παγκοσμιοποίηση.
Μια εναλλακτική πρόταση για ένα μοντέλο παραγωγής και ανάπτυξης που επανέρχεται στα «μέτρα» του ανθρώπου και της φύσης, που επαναφέρει τις συλλογικότητες και την άμεση δημοκρατία, που αναδεικνύει την περιφέρεια σε σχέση με το κέντρο και δίνει μια σύγχρονη μορφή του «εθνικού συμφέροντος» και της ανεξαρτησίας μέσα από την αυτοδιαχείριση της κρίσης και την αυτονομία παραγωγής και υποκειμένων, αποτελεί αυτή την στιγμή ζωτική ανάγκη.
Ας ορίσουμε το μέλλον, ορίζοντας ξανά τα αυτονόητα και εμπνεόμενοι από την συλλογική εμπειρία και μνήμη, αλλά και την παγκόσμια ιστορία. Μόνο τότε μπορεί να αναδυθεί το νέο και το εναλλακτικό, μόνο τότε ιστορίες σαν κι αυτή δεν θα γίνονται «θέμα» σε περιοδικά είτε σαν ηρωικές πράξεις, είτε σαν ηρωικές εξαιρέσεις αυτοοργάνωσης σε ένα κράτος που παραμένει συγκεντρωτικό, αυταρχικό και κοινωνικά άδικο. Μόνο τότε ιστορίες σαν και αυτή, θα είναι …αυτονόητες.
O ...Koσκωτάς είναι πάντα εδώ!!!
Το οικονομικοκοινωνικό φαινόμενο «Κοσκωτάς» είναι πάντα εδώ ! Τι κι αν άλλαξε όνομα και ονομάζεται Κόκκαλης. Τι κι αν η «Γραμμή Α.Ε» ονομάζεται πια Ιντραλότ. Σχεδόν μια εικοσαετία, η παρουσία μιας πτυχής του ελληνικού … «εργολαβικού» καπιταλισμού που εστιάστηκε γύρω από το πρόσωπο ενός «αυτοδημιούργητου» επιχειρηματία, καλά κρατεί. Οι ρόλοι και τα πρόσωπα φαινομενικά διαφορετικά, αλλά το σενάριο, παραλλαγή του ίδιου έργου. Τότε, ο «αυτοδημιούργητος» ερχόταν από την Αμερική, νεόκοπος κεφαλαιοκράτης, αν και τρία χρόνια πριν καταζητείτο για αδικήματα του απλού Ποινικού Κώδικα (πότε για 1000, πότε για 2000 και πότε για 5000 δολάρια).
Την δεκαετία του ΄90, ο έτερος «αυτοδημιούργητος», ερχόταν από μια πρώην «λαϊκή δημοκρατία». «Αριστερός» αυτός, τόσο συμπαθές το προφίλ του, που κανείς δεν προβληματίστηκε τότε και κανείς δεν θυμάται πια την αρχή των επικερδών επιτηδευμάτων του (αν και όπως λέει ένας δεικτικά ευφυής φίλος μου : η μεγάλη περιουσία του Κόκκαλη, όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα, ήταν μόνο μια βαλίτσα με «άπλυτα» για πολλούς, που κόστιζε ακριβά). Το νέο σενάριο είχε και ολίγον από ψυχρό πόλεμο, Στάζι, συνομωσιολογία, κάτι μυστήρια ψευδώνυμα που ξεχάστηκαν σε δικαστήρια, και δεν πρόλαβαν τον αγώνα δρόμου με την …παραγραφή.
Η σκηνογραφία κατά μια διαβολική σύμπτωση, παρέμεινε η ίδια : το αμοραλιστικό, παρασιτικό και αλαζονικό τοπίο της μεταπολίτευσης που διέφθειρε συνειδήσεις και αξίες και «πάντρεψε» την οικονομία, αρχικά με τους «διαπλεκόμενους», και με τους «κουμπάρους», πρόσφατα.
Η σκηνοθεσία βέβαια, έχει και κάποια ασυγχώρητα «εικαστικά» λάθη, που τελείως αυθόρμητα οδηγούν τον… άδολο πολίτη-θεατή σε πονηρούς συνειρμούς.
Συγκεκριμένα, δεν άλλαξαν μόνο δυο στοιχεία της πλοκής : ο Λούβαρης και Ολυμπιακός. Βέβαια, ο πρώτος εμφανίζεται χωρίς κολάρο στο λαιμό και θεραπευμένος, αλλά αυτή η εμμονή της σκηνοθεσίας να τον καθηλώνει στον ίδιο ρόλο, θύμιζε σε πολλούς την «μανιέρα» του… Αρτέμη Μάτσα. Τα σενάρια διαφορετικά, ο Αρτέμης Μάτσας, πάντα με το ίδιο προφίλ.
Η παλιά μυθοπλασία πρόβαλλε τον «εθνικό επενδυτή-εκδότη», ενώ τώρα προβάλλεται ο «εθνικός…μειοδότης ή πλειοδότης»(μην πονηρεύεστε, για διαγωνισμούς μιλάμε).
Αφορμή, για τα παραπάνω αποτελεί, η «κουμπαριά» του ΟΠΑΠ με την ΙΝΤΡΑΛΟΤ, μέσω της απευθείας ανάθεσης, στην τελευταία, του κρατικού τζόγου, με συνολική προίκα 230 εκατ. ευρώ για τρία χρόνια. Τον Ιούλιο του 2007, ο ΟΠΑΠ, ανακοίνωνε μόνο τα 96,5 εκατ.ευρώ, και απέκρυψε τα υπόλοιπα. Παράλληλα, η πολυδιαφημισμένη εξυγίανση του Οργανισμού που εξήγγειλε η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, εξόκειλε, εν μέσω ενός ορυμαγδού ανεφάρμοστων διεθνών διαγωνισμών και παραιτήσεων μελών της επιτροπής αξιολόγησης των τριών υποψήφιων επιχειρήσεων. Ο ΟΠΑΠ διαπραγματευόταν με την ΙΝΤΡΑΛΟΤ από την άνοιξη του 2007, εν μέσω… ανοικτού διαγωνισμού για κάθε ενδιαφερόμενο. Πρόσφατα, η επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ρώτησε τον ΟΠΑΠ για το κόστος της σύμβασης, και ο οργανισμός επανέλαβε το κόστος των 96,5 εκατ.ευρώ, αποκρύπτοντας το κόστος για την συντήρηση και την τεχνική υποστήριξη του νέου πληροφοριακού συστήματος (125 εκατ.ευρώ). Μάλιστα, η σύμβαση προβλέπει και την αποζημίωση, με μυθικά ποσά, του «εθνικού εργολάβου», στην περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης.
Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό στην περίπτωση του Σωκράτη Κόκκαλη, είναι η ευεργετική συμπεριφορά των Μ.Μ.Ε σχετικά με την δημόσια εικόνα του. Άλλωστε και ο ίδιος, φρόντισε ώστε οι δουλειές του να αφήσουν απ’έξω τον εκδοτικό χώρο ή να τον απασχολούν οριακά (κάποτε μόνο ο flash, τώρα το απολιτικό Magic). Απέφυγε να κάνει τα ίδια λάθη του Κοσκωτά, που «ξεσκεπάστηκε» από την αντίδραση των εκδοτών, απέναντι στο μονοπωλιακό εκδοτικό γίγαντα που είχε δημιουργήσει. Οι δικαστικές περιπέτειες, το παρελθόν, οι απροκάλυπτες κρατικές εργολαβικές συμβάσεις του προέδρου του Ολυμπιακού, αντιμετωπίζονται ως προσωπικές διαμάχες με μια ή το πολύ με δυο εφημερίδες. Άλλωστε, είπαμε είναι «εθνικό κεφάλαιο», χώρια που δίνει δουλειά σε τόσο κόσμο…
Το γεγονός αυτό, σχετίζεται με την ευρύτερη δημαγωγική λειτουργία των Μ.Μ.Ε και της εικόνας. Παράγοντες που η εκάστοτε κυβέρνηση χρησιμοποιεί για να σβήνει την μνήμη και να δημιουργεί συνθήκες αποδοχής και ανοχής σε κάθε παρανομία της. Το κράτος και τα Media, εργολαβικά, σφετερίζονται την μνήμη. Αγωνίζονται ενάντια σε κάθε γνήσιο ίχνος του πρόσφατου παρελθόντος, ελπίζοντας ότι η απουσία συγκρίσεων, θα επιβάλλει το σήμερα. Έτσι και στην περίπτωση Κόκκαλη. Το θέαμα, η εικόνα και οι παραδοχές ή οι συναλλαγές της κυβέρνησης, δημιουργούν ένα συνεχές παρόν, όπου η συνεχής επανάληψη επιχειρηματικών επιτυχιών στο σήμερα, εξαφανίζει κάθε μνήμη. Έτσι, ώστε κάθε γεγονός ή παρανομία, να μην μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα από τις αιτίες και τα αποτελέσματά του. Σ’αυτές τις συνθήκες, οποιοδήποτε ψέμα μπορεί να γίνει πραγματικότητα, οποιαδήποτε αναφορά στο παρελθόν συκοφαντία. Σε αυτές τις συνθήκες, το μόνο πραγματικό είναι η επιχειρηματικότητα του Κόκκαλη, το ίδρυμά του, ο Ολυμπιακός, οι ευγενείς χορηγίες του στην τέχνη ή όπου αλλού. Επιπλέον, το παρελθόν και η δημόσια εικόνα, μπορεί να ανασκευαστεί χωρίς αιδώ και όποιες αλήθειες ή αποκαλύψεις έρχονται στην επιφάνεια, απονευρώνονται ή απαξιώνονται, με τις κατηγορίες της «παραπληροφόρησης», της συκοφαντίας ή της προσωπικής διαμάχης.
Η ανοχή, που δείχνει το κράτος και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας σε τέτοιου είδους κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα, δεν είναι άσχετη με τo κοινωνικοπολιτικό μοντέλο ανάπτυξης της. Δεν είναι άσχετο με την «κρίση μετάβασης» της ελληνικής κοινωνίας και την απαξίωση και εμπορευματοποίηση αρχών και αξιών. Επίσης, συνδέεται, στενά, με τις ευρύτερες λειτουργίες και ιδεολογικούς μηχανισμούς του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που προβάλλει την πολιτική ομοιογένεια και στοχεύει στην δημιουργία εύπλαστης και χειραγωγίσιμης «κοινωνίας πολιτών», χωρίς μνήμη. Στην λογική αυτή, οι «δραστηριότητες» του κάθε Κοσκωτά ή Κόκκαλη, όχι μόνο δεν προβληματίζουν ή δεν αμφισβητούνται, αλλά προωθούνται από την Εξουσία, σε σημείο να αποτελούν μέρη των γενικότερων μηχανισμών και της «τεχνοδομής» του Κράτους και της Οικονομίας.
Επιπλέον, στο σημερινό κοινωνικό πλαίσιο, μετρά μόνο το τελικό αποτέλεσμα, η «απόλυτη» επίτευξη του «απόλυτα» θεμιτού πλούτου, αλλά η «απόλυτη» σαφήνεια ως προς τα κοινωνικώς αποδεκτά μέσα επίτευξης, περνά σε δεύτερη μοίρα. Αναφορικά με τα δεδομένα αυτά, ο o Αμερικάνος Κοινωνιολόγος Robert Μerton, είχε εντάξει στην θεώρηση του Δομικού Λειτουργισμού, την κατάσταση «ανομίας», που διαπερνά τις μεταβατικές κοινωνίες. Σ’ένα ανομικό πλαίσιο και κλίμα – κάμψης και χαλάρωσης των αξιών, ηθικής ανοχής και σχετικοποίησης των αξιολογικών τοποθετήσεων – διαμορφώνεται ο τύπος του αξιακά και ηθικά ευέλικτου ανθρώπου, ενός ανθρώπου Ανομικού. Από άποψη «κοινωνικής ηθικής» κινείται οριακά, «δεν διστάζει να παραβιάζει και να παραβλέπει το άγραφο σύστημα κανόνων συμπεριφοράς και συνύπαρξης, αρκεί να βρίσκεται πάντοτε σε τυπικά νόμιμο πλαίσιο». Αυτό το στοιχείο τον διαφοροποιεί από τον παραβάτη που έρχεται σε απευθείας, ανοικτή ρήξη με τον νόμο. Και αυτό ακριβώς, τον κάνει πιο επικίνδυνο, εφόσον φαινομενικά κινείται σε ένα πλαίσιο που του χαρίζει κοινωνική αποδοχή και επιδοκιμασία.
Το 1989, ο Μίκης Θεοδωράκης είχε προσκαλέσει-προκαλέσει τον Κοσκωτά να τον…αγοράσει. Αυτός ο κοινωνικοπολιτικός σαρκασμός, σαν εναγώνιο σήμα κινδύνου, παραμένει ρεαλιστικός και ουσιώδης. Εκτός αν η «αγορά» των πολιτών από τον «εθνικό εργολάβο», θα μπορούσε να αποτελέσει την πολυπόθητη λύση του «ασφαλιστικού», που τόσο καίει την Κυβέρνηση.
Υ.Γ Τα κοινωνικά αντανακλαστικά των συνειδητοποιημένων πολιτών είναι ανάγκη να μείνουν σε εγρήγορση. Η οποιαδήποτε πετυχημένη διαχείριση εθνικών θεμάτων, από την κυβέρνηση (π.χ Σκοπιανό) δεν πρέπει να «πατσίσει» με την αποδοχή και ανοχή οποιοδήποτε μοντέλου «εργολαβικής οικονομικής ανάπτυξης».
Δημήτρης Γιαννάτος
"Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΡΗΞΗ, στις 3/11/2007
Την δεκαετία του ΄90, ο έτερος «αυτοδημιούργητος», ερχόταν από μια πρώην «λαϊκή δημοκρατία». «Αριστερός» αυτός, τόσο συμπαθές το προφίλ του, που κανείς δεν προβληματίστηκε τότε και κανείς δεν θυμάται πια την αρχή των επικερδών επιτηδευμάτων του (αν και όπως λέει ένας δεικτικά ευφυής φίλος μου : η μεγάλη περιουσία του Κόκκαλη, όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα, ήταν μόνο μια βαλίτσα με «άπλυτα» για πολλούς, που κόστιζε ακριβά). Το νέο σενάριο είχε και ολίγον από ψυχρό πόλεμο, Στάζι, συνομωσιολογία, κάτι μυστήρια ψευδώνυμα που ξεχάστηκαν σε δικαστήρια, και δεν πρόλαβαν τον αγώνα δρόμου με την …παραγραφή.
Η σκηνογραφία κατά μια διαβολική σύμπτωση, παρέμεινε η ίδια : το αμοραλιστικό, παρασιτικό και αλαζονικό τοπίο της μεταπολίτευσης που διέφθειρε συνειδήσεις και αξίες και «πάντρεψε» την οικονομία, αρχικά με τους «διαπλεκόμενους», και με τους «κουμπάρους», πρόσφατα.
Η σκηνοθεσία βέβαια, έχει και κάποια ασυγχώρητα «εικαστικά» λάθη, που τελείως αυθόρμητα οδηγούν τον… άδολο πολίτη-θεατή σε πονηρούς συνειρμούς.
Συγκεκριμένα, δεν άλλαξαν μόνο δυο στοιχεία της πλοκής : ο Λούβαρης και Ολυμπιακός. Βέβαια, ο πρώτος εμφανίζεται χωρίς κολάρο στο λαιμό και θεραπευμένος, αλλά αυτή η εμμονή της σκηνοθεσίας να τον καθηλώνει στον ίδιο ρόλο, θύμιζε σε πολλούς την «μανιέρα» του… Αρτέμη Μάτσα. Τα σενάρια διαφορετικά, ο Αρτέμης Μάτσας, πάντα με το ίδιο προφίλ.
Η παλιά μυθοπλασία πρόβαλλε τον «εθνικό επενδυτή-εκδότη», ενώ τώρα προβάλλεται ο «εθνικός…μειοδότης ή πλειοδότης»(μην πονηρεύεστε, για διαγωνισμούς μιλάμε).
Αφορμή, για τα παραπάνω αποτελεί, η «κουμπαριά» του ΟΠΑΠ με την ΙΝΤΡΑΛΟΤ, μέσω της απευθείας ανάθεσης, στην τελευταία, του κρατικού τζόγου, με συνολική προίκα 230 εκατ. ευρώ για τρία χρόνια. Τον Ιούλιο του 2007, ο ΟΠΑΠ, ανακοίνωνε μόνο τα 96,5 εκατ.ευρώ, και απέκρυψε τα υπόλοιπα. Παράλληλα, η πολυδιαφημισμένη εξυγίανση του Οργανισμού που εξήγγειλε η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, εξόκειλε, εν μέσω ενός ορυμαγδού ανεφάρμοστων διεθνών διαγωνισμών και παραιτήσεων μελών της επιτροπής αξιολόγησης των τριών υποψήφιων επιχειρήσεων. Ο ΟΠΑΠ διαπραγματευόταν με την ΙΝΤΡΑΛΟΤ από την άνοιξη του 2007, εν μέσω… ανοικτού διαγωνισμού για κάθε ενδιαφερόμενο. Πρόσφατα, η επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ρώτησε τον ΟΠΑΠ για το κόστος της σύμβασης, και ο οργανισμός επανέλαβε το κόστος των 96,5 εκατ.ευρώ, αποκρύπτοντας το κόστος για την συντήρηση και την τεχνική υποστήριξη του νέου πληροφοριακού συστήματος (125 εκατ.ευρώ). Μάλιστα, η σύμβαση προβλέπει και την αποζημίωση, με μυθικά ποσά, του «εθνικού εργολάβου», στην περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης.
Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό στην περίπτωση του Σωκράτη Κόκκαλη, είναι η ευεργετική συμπεριφορά των Μ.Μ.Ε σχετικά με την δημόσια εικόνα του. Άλλωστε και ο ίδιος, φρόντισε ώστε οι δουλειές του να αφήσουν απ’έξω τον εκδοτικό χώρο ή να τον απασχολούν οριακά (κάποτε μόνο ο flash, τώρα το απολιτικό Magic). Απέφυγε να κάνει τα ίδια λάθη του Κοσκωτά, που «ξεσκεπάστηκε» από την αντίδραση των εκδοτών, απέναντι στο μονοπωλιακό εκδοτικό γίγαντα που είχε δημιουργήσει. Οι δικαστικές περιπέτειες, το παρελθόν, οι απροκάλυπτες κρατικές εργολαβικές συμβάσεις του προέδρου του Ολυμπιακού, αντιμετωπίζονται ως προσωπικές διαμάχες με μια ή το πολύ με δυο εφημερίδες. Άλλωστε, είπαμε είναι «εθνικό κεφάλαιο», χώρια που δίνει δουλειά σε τόσο κόσμο…
Το γεγονός αυτό, σχετίζεται με την ευρύτερη δημαγωγική λειτουργία των Μ.Μ.Ε και της εικόνας. Παράγοντες που η εκάστοτε κυβέρνηση χρησιμοποιεί για να σβήνει την μνήμη και να δημιουργεί συνθήκες αποδοχής και ανοχής σε κάθε παρανομία της. Το κράτος και τα Media, εργολαβικά, σφετερίζονται την μνήμη. Αγωνίζονται ενάντια σε κάθε γνήσιο ίχνος του πρόσφατου παρελθόντος, ελπίζοντας ότι η απουσία συγκρίσεων, θα επιβάλλει το σήμερα. Έτσι και στην περίπτωση Κόκκαλη. Το θέαμα, η εικόνα και οι παραδοχές ή οι συναλλαγές της κυβέρνησης, δημιουργούν ένα συνεχές παρόν, όπου η συνεχής επανάληψη επιχειρηματικών επιτυχιών στο σήμερα, εξαφανίζει κάθε μνήμη. Έτσι, ώστε κάθε γεγονός ή παρανομία, να μην μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα από τις αιτίες και τα αποτελέσματά του. Σ’αυτές τις συνθήκες, οποιοδήποτε ψέμα μπορεί να γίνει πραγματικότητα, οποιαδήποτε αναφορά στο παρελθόν συκοφαντία. Σε αυτές τις συνθήκες, το μόνο πραγματικό είναι η επιχειρηματικότητα του Κόκκαλη, το ίδρυμά του, ο Ολυμπιακός, οι ευγενείς χορηγίες του στην τέχνη ή όπου αλλού. Επιπλέον, το παρελθόν και η δημόσια εικόνα, μπορεί να ανασκευαστεί χωρίς αιδώ και όποιες αλήθειες ή αποκαλύψεις έρχονται στην επιφάνεια, απονευρώνονται ή απαξιώνονται, με τις κατηγορίες της «παραπληροφόρησης», της συκοφαντίας ή της προσωπικής διαμάχης.
Η ανοχή, που δείχνει το κράτος και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας σε τέτοιου είδους κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα, δεν είναι άσχετη με τo κοινωνικοπολιτικό μοντέλο ανάπτυξης της. Δεν είναι άσχετο με την «κρίση μετάβασης» της ελληνικής κοινωνίας και την απαξίωση και εμπορευματοποίηση αρχών και αξιών. Επίσης, συνδέεται, στενά, με τις ευρύτερες λειτουργίες και ιδεολογικούς μηχανισμούς του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, που προβάλλει την πολιτική ομοιογένεια και στοχεύει στην δημιουργία εύπλαστης και χειραγωγίσιμης «κοινωνίας πολιτών», χωρίς μνήμη. Στην λογική αυτή, οι «δραστηριότητες» του κάθε Κοσκωτά ή Κόκκαλη, όχι μόνο δεν προβληματίζουν ή δεν αμφισβητούνται, αλλά προωθούνται από την Εξουσία, σε σημείο να αποτελούν μέρη των γενικότερων μηχανισμών και της «τεχνοδομής» του Κράτους και της Οικονομίας.
Επιπλέον, στο σημερινό κοινωνικό πλαίσιο, μετρά μόνο το τελικό αποτέλεσμα, η «απόλυτη» επίτευξη του «απόλυτα» θεμιτού πλούτου, αλλά η «απόλυτη» σαφήνεια ως προς τα κοινωνικώς αποδεκτά μέσα επίτευξης, περνά σε δεύτερη μοίρα. Αναφορικά με τα δεδομένα αυτά, ο o Αμερικάνος Κοινωνιολόγος Robert Μerton, είχε εντάξει στην θεώρηση του Δομικού Λειτουργισμού, την κατάσταση «ανομίας», που διαπερνά τις μεταβατικές κοινωνίες. Σ’ένα ανομικό πλαίσιο και κλίμα – κάμψης και χαλάρωσης των αξιών, ηθικής ανοχής και σχετικοποίησης των αξιολογικών τοποθετήσεων – διαμορφώνεται ο τύπος του αξιακά και ηθικά ευέλικτου ανθρώπου, ενός ανθρώπου Ανομικού. Από άποψη «κοινωνικής ηθικής» κινείται οριακά, «δεν διστάζει να παραβιάζει και να παραβλέπει το άγραφο σύστημα κανόνων συμπεριφοράς και συνύπαρξης, αρκεί να βρίσκεται πάντοτε σε τυπικά νόμιμο πλαίσιο». Αυτό το στοιχείο τον διαφοροποιεί από τον παραβάτη που έρχεται σε απευθείας, ανοικτή ρήξη με τον νόμο. Και αυτό ακριβώς, τον κάνει πιο επικίνδυνο, εφόσον φαινομενικά κινείται σε ένα πλαίσιο που του χαρίζει κοινωνική αποδοχή και επιδοκιμασία.
Το 1989, ο Μίκης Θεοδωράκης είχε προσκαλέσει-προκαλέσει τον Κοσκωτά να τον…αγοράσει. Αυτός ο κοινωνικοπολιτικός σαρκασμός, σαν εναγώνιο σήμα κινδύνου, παραμένει ρεαλιστικός και ουσιώδης. Εκτός αν η «αγορά» των πολιτών από τον «εθνικό εργολάβο», θα μπορούσε να αποτελέσει την πολυπόθητη λύση του «ασφαλιστικού», που τόσο καίει την Κυβέρνηση.
Υ.Γ Τα κοινωνικά αντανακλαστικά των συνειδητοποιημένων πολιτών είναι ανάγκη να μείνουν σε εγρήγορση. Η οποιαδήποτε πετυχημένη διαχείριση εθνικών θεμάτων, από την κυβέρνηση (π.χ Σκοπιανό) δεν πρέπει να «πατσίσει» με την αποδοχή και ανοχή οποιοδήποτε μοντέλου «εργολαβικής οικονομικής ανάπτυξης».
Δημήτρης Γιαννάτος
"Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΡΗΞΗ, στις 3/11/2007
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)